Ζαχαρούλα Τσιριγώτη: Η πρώτη γυναίκα Αντιστράτηγος της ΕΛ.ΑΣ.-Τι λέει για τον φράχτη στον Έβρο, προσφυγικό, πανεπιστημιακή αστυνομία και Ελληνοτουρκικά

Υπάρχουν γυναίκες, για τις οποίες ακόμη και το παραμικρό βήμα προς την κατεύθυνση όλων όσων επιθυμούν, φαντάζει σαν άπιαστο όνειρο, που όσο κι αν παλέψουν γι’αυτό δεν θα μπορέσουν ποτέ να το κατακτήσουν. Μία τέτοια γυναίκα δεν είναι σίγουρα η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη. Και το αποδεικνύει στο έπακρο η πορεία της.

Η πρώτη γυναίκα Αντιστράτηγος της ΕΛ.ΑΣ., που αποστρατεύτηκε τον Ιούλιο του 2019 και της απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Γενικού Επιθεωρητή  Αστυνομίας Αλλοδαπών και  Προστασίας Συνόρων για τον τρόπο που υπηρέτησε το Σώμα και διαχειρίστηκε το προσφυγικό-μεταναστευτικό κατά την περίοδο 2015-2019.

Σαν γνήσια Μανιάτισσα που μεγάλωσε στις γειτονιές του Πειραιά, έμαθε από νωρίς να αγωνίζεται και να διεκδικεί από τη ζωή όλα όσα έβαζε στόχο να πετύχει. Με θάρρος και τσαγανό, έχοντας πάντοτε ως «φυλαχτό» τις λέξεις «άνθρωπος», «συνάδελφος», «εντιμότητα» και «αξιοπρέπεια». Ήταν εκείνη που, κατά τη διάρκεια της 37χρονης θητείας της απέδειξε ότι μια γυναίκα, σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, μπορεί να είναι εξίσου ικανή και μάχιμη, ανοίγοντας έτσι το δρόμο και για άλλες γυναίκες να ακολουθήσουν μελλοντικά τα βήματά της.

Η ίδια, μιλάει σε μια συζήτηση εφ’όλης της ύλης, με αφορμή τα όσα διαδραματίζονται αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα αναφορικά με τις προσφυγικές-μεταναστευτικές ροές, την επέκταση του φράχτη στον Έβρο ως μέτρο καταστολής τους, τη διακίνηση μεταναστών στο Αιγαίο, την κλιμάκωση των προσπαθειών για εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά και τα επεισόδια στις διαμαρτυρίες φοιτητών κατά της θέσπισης της πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Μια γυναίκα, η οποία, παρά το πλούσιο βιογραφικό της, τα μετάλλια και τα παράσημα που της έχουν απονεμηθεί στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, δεν διστάζει να ασκεί αυτοκριτική και τρία χρόνια μετά την αποστράτευσή της, να θεωρεί ακόμη την αστυνομία «τη δεύτερή της οικογένεια».

Συνέντευξη στη Βίκυ Καλοφωτιά

Πρόσφατα ανακοινώθηκε η απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) για την επέκταση του φράχτη στον Έβρο ως μέτρο καταστολής προσφυγικών ροών. Πώς αξιολογείτε τη συγκεκριμένη απόφαση, τη δεδομένη χρονική στιγμή;

Αποτελεί υποχρέωση, αναγκαιότητα και δικαίωμα η προστασία και η φύλαξη των συνόρων μας, τα οποία είναι ταυτόχρονα και εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, για αυτό οτιδήποτε υποστηρίζει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των ενστόλων, είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Ο φράχτης είναι ένα τεχνικό εμπόδιο ώστε να αποφευχθεί η οποιαδήποτε μαζική είσοδος. Ανεξάρτητα όμως με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με την ανέγερση φράκτη, θα πρέπει να εξεταστεί τι ενδεχομένως προβλήματα θα δημιουργήσει.

Ξέρετε, το μεγαλύτερο μήκος των συνόρων που οριοθετούνται από τον ποταμό Έβρο, περίπου 206 χλμ., η νοητή γραμμή που χωρίζει τις δύο χώρες βρίσκεται εντός του ποταμού, δηλαδή μέσα στο νερό ή πάνω σε νησίδες. Συνεπώς, όποιος βρεθεί μπροστά στον σχεδιαζόμενο φράχτη θα πατά ήδη σε ελληνικό έδαφος.

Η όποια αποτρεπτική λειτουργία εκτιμώ ότι θα σχετίζεται με την ιδέα ότι όποιος προσπαθήσει να περάσει από εκεί θα συλλαμβάνεται. Αλλά εφόσον θα μείνουν περίπου 100 χλμ. χωρίς φράχτη, το πιθανότερο είναι οι ροές των μεταναστών να μετακινηθούν προς τα τμήματα όπου δε θα υπάρχει τέτοιο εμπόδιο.

Όταν θα έρθουν άνθρωποι έξω από τον φράχτη, σε ελληνικό δηλαδή έδαφος, τί θα πράξουν οι ελληνικές Αρχές; Θα στέλνουν τους ανθρώπους πίσω με τη βία ή θα τους αφήσουν να πεθάνουν από την πείνα και τις αρρώστιες έξω από τον φράχτη, αλλά μέσα στην Ελλάδα; Μπορούμε να φανταστούμε τις φωτογραφίες, τα σχόλια και τις αντιδράσεις που θα κυκλοφορούν στα διεθνή και εθνικά δίκτυα ενημέρωσης; Την διεθνή κατακραυγή που θα υποστούμε ως Χώρα; Το πόσο θα δυσκολέψει την επιχειρησιακή δραστηριότητα των ενστόλων;

Εκτιμώ λοιπόν, ότι η επέκταση του φράχτη, δεν αποτελεί από μόνη της λύση στην τουρκική πρακτική, άλλωστε είναι ένα μακροπρόθεσμο μέτρο που χρειάζεται μελέτη και σκέψη. Η Χώρα μας δεν έχει την δυνατότητα να αντιμετωπίσει από μόνη της το μεταναστευτικό, εδώ χρειάζονται ευρωπαϊκές και ευρωτουρκικές λύσεις.

Η Χώρα μας, αντί να  καθησυχάζει τα Κράτη-μέλη της ΕΕ, ότι είμαστε «η ασπίδα της  Ευρώπης» που αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες τους, έπρεπε να διεκδικεί δυναμικά, νόμιμες οδούς μετανάστευσης, ένα ισχυρό πρόγραμμα μετεγκατάστασης, ένα δίκαιο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου βασισμένο στην αλληλεγγύη, με υποχρεωτικό μηχανισμό κατανομής αιτούντων άσυλο και προσφύγων και έναν αποτελεσματικό ευρωπαϊκό μηχανισμό επιστροφών για όσους δεν δικαιούνται άσυλο.

Τι πιστεύετε ότι συνέβη ή θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά αναφορικά με το περιστατικό των μεταναστών που εντοπίστηκαν το προηγούμενο διάστημα εγκλωβισμένοι σε νησίδα του Έβρου;

Για να απαντήσω στην ερώτησή σας, θα πρέπει να εξετάσουμε δύο υποθετικά σενάρια. Το πρώτο σενάριο είναι, να ήταν εξαρχής σε τουρκικό έδαφος, τότε η χώρα μας, πέραν της χρήσης, των αστυνομικών επίσημων θεσμοθετημένων διαύλων επικοινωνίας, θα έπρεπε να ενημερώσει μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών την τουρκική πλευρά και ταυτόχρονα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ύπατη Αρμοστεία και όλους τους αρμόδιους διεθνείς και ευρωπαϊκούς Οργανισμούς, με αποδεικτικά στοιχεία και οργανωμένα.

Οι κινήσεις αυτές θα καταδείκνυαν για μια ακόμη φορά τον τρόπο που εργαλειοποιεί η Τουρκία το μεταναστευτικό, σε βάρος, τόσο της χώρας μας, όσο και της ΕΕ. Το δεύτερο σενάριο είναι, να ήταν εξαρχής σε ελληνικό έδαφος, τότε η χώρα μας, ως Κράτος-μέλος της ΕΕ που σέβεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τις διεθνείς συμβάσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, όφειλε να τους είχε διασώσει από την πρώτη στιγμή. Εκτιμώ ότι η απάντηση, θα προέλθει μετά την οποιαδήποτε εισαγγελική έρευνα πραγματοποιηθεί.

Σύμφωνα με τον FRONTEX, τον φετινό Ιούλιο τα Κράτη-μέλη της ΕΕ κατέγραψαν αύξηση των παράτυπων διελεύσεων κατά 63% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2021. Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, πόση ακόμη αύξηση μπορεί να αντέξει, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματική η διαχείριση της κατάστασης;

Εκτιμώ ότι το να μιλήσουμε με υποθετικά στατιστικά στοιχεία είναι λάθος. Το θέμα, δεν είναι πόσο τοις εκατό επιπλέον αντέχουμε, το θέμα είναι ότι η χώρα μας λόγω της γεωγραφικής της θέσης, πάντα θα αντιμετωπίζει μεταναστευτικές ροές, είτε από τον Έβρο, είτε από το Αιγαίο. Θα πρέπει να δούμε τι κτηριακές υποδομές καταγραφής, φιλοξενίας και κράτησης έχει, τον κρατικό μηχανισμό που διαθέτει, αλλά και τα προγράμματα ένταξης που υλοποιεί.

Ο αρμόδιος Υπουργός Μετανάστευσης σε πρόσφατη συνέντευξή του είπε ότι «Η ελληνική αγροτική οικονομία φέτος ζήτησε 144.000 εποχικούς εργαζόμενους», δηλαδή εάν είχαμε αντίστοιχες εισόδους μεταναστών, οι υποδομές και ο κρατικός μηχανισμός θα άντεχαν;

Επίσης ο κ. Πρωθυπουργός πριν από τρείς μήνες αναφέρθηκε στο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Χώρα μας και πρότεινε «την  ένταξη στην ελληνική κοινωνία των νόμιμων μεταναστών η οποία θα ανακουφίσει και την πληθυσμιακή μας υποχώρηση».

Άρα λοιπόν, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν από την κυβέρνηση και ιδιαίτερα τον ίδιο τον κ. Πρωθυπουργό, υπάρχουν περιθώρια υποδοχής προσφύγων/μεταναστών, απλά να προσθέσω εφόσον υπάρχουν τα κατάλληλα προγράμματα ένταξης και βέβαια ο κρατικός μηχανισμός και οι υποδομές.

Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι η χώρα μας έχει σηκώσει ένα μεγάλο βάρος στη διαχείριση του μεταναστευτικού και θα συνεχίσει λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της εργαλειοποίησης από πλευράς της Τουρκίας για πολιτικό και οικονομικό όφελος, της αστάθειας που υφίσταται η εγγύτερη περιοχή μας, αλλά και των αιτιών που προκαλούν, τόσο τις προσφυγικές, όσο και τις μεταναστευτικές ροές.

Έχει υπάρξει κάποια εξέλιξη σχετικά με τον περιορισμό του φαινομένου της διακίνησης μεταναστών στο Αιγαίο;

Αν και τα θαλάσσια σύνορα είναι αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος και όχι της αστυνομίας που υπηρέτησα, εκτιμώ ότι στο Αιγαίο, εστιάζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Γενικά στις θαλάσσιες περιοχές είναι πιο περίπλοκη η κατάσταση. Ξέρετε οι αποστάσεις μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών ακτών είναι από 1,5 μέχρι 6 ναυτικά μίλια απόσταση. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι εύκολη η αντίδραση των ελληνικών Αρχών σε περίπτωση μαζικού απόπλου βαρκών με μετανάστες.

Επίσης, έχουμε αρκετά περιστατικά με μεγάλο αριθμό μεταναστών σε ιστιοφόρα. Πρέπει να γνωρίζουμε όλοι, ότι όταν κλείνει ένας δρόμος, ανοίγει κάποιος άλλος και η γεωγραφική θέση της χώρας μας είναι τέτοια που πάντα θα αντιμετωπίζει μεταναστευτικές ροές. Τέλος μη ξεχνάμε τα σχέδια της Τουρκίας και τον επεκτατισμό που την διακατέχει, που αυτό μπορεί να την οδηγήσει σε  πιθανή μαζική προώθηση και παραμονή προσφύγων/μεταναστών στα νησιά των οποίων η ελληνική κυριαρχία αμφισβητείται από την Άγκυρα.

Η Τουρκία έχει δείξει με τη σχετική ρητορική κυβερνητικών αξιωματούχων της, το τελευταίο χρονικό διάστημα, ότι όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, πιθανώς να αμφισβητήσει με κάθε τρόπο την ελληνική κυριαρχία σε αυτά τα νησιά, δημιουργώντας αρνητικές καταστάσεις με διεθνή αντίκτυπο, επενδύοντας στην ανθρωπιστική ευαισθησία και την μη καλή ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης.

Ξέρετε, και τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό να διαθέτει η Χώρα μας, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την πίεση, θα πρέπει ταυτόχρονα να εξασφαλίζεται και η συνεργασία με την γείτονα χώρα, ώστε  να υπάρχουν θετικά αποτελέσματα για την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης και της παράνομης μετανάστευσης, κάτι που εδώ και δύο τρία χρόνια δεν συμβαίνει και δεν διαφαίνεται να αλλάξει στο άμεσο μέλλον. Επίσης η Ευρωπαϊκή Ένωση  θα πρέπει να αναλάβει έναν πιο δραστήριο ρόλο και να πιέσει την Τουρκία, ώστε να συνεργαστεί για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών.

Κατά πόσο είναι πλέον περισσότερο δεκτική η κοινωνία στη χώρα μας, αλλά και στο εξωτερικό, να αποδεχθεί τη συνύπαρξη με τους πρόσφυγες;

Το μεταναστευτικό φαινόμενο είναι πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο. Αποτελεί ένα φαινόμενο εγγενές της ανθρώπινης εξέλιξης, της κοινωνίας, της οικονομίας, της πολιτικής και του πολιτισμού. Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο με ρίζες στο παρελθόν αλλά με νέα χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις των δεδομένων των μεταναστευτικών κινήσεων στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, περίπου 260 εκατομμύρια ανθρώπων ζουν παγκοσμίως εκτός των συνόρων της χώρας καταγωγής τους, συμπεριλαμβανομένων 85 εκατομμυρίων προσφύγων, αναζητώντας ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα-ΕΚΕ) η ελληνική κοινωνία εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά απόρριψης των ξένων. Επιπλέον, οκτώ στους δέκα (83%) Έλληνες δεν αποδέχονται την είσοδο και παραμονή στη χώρα μεταναστών, όταν αυτοί προέρχονται από διαφορετική φυλή ή εθνική ομάδα. Το ποσοστό απόρριψης των μεταναστών (83% συνολικά, από το οποίο το 54,5% ζητά να επιτρέπεται σε λίγους η είσοδος, ενώ το 28,5% να μην επιτρέπεται σε κανέναν) είναι αισθητά υψηλότερο (σχεδόν διπλάσιο) από το αντίστοιχο ποσοστό του συνόλου των ευρωπαϊκών χωρών (48,4%).

Ένας στους δύο Έλληνες (51,7%) δηλώνει ότι η παρουσία των ξένων κάνει κακό στην οικονομία της χώρας. Επιπροσθέτως, ένας στους δύο Έλληνες (50,4%) αισθάνεται ότι η πολιτιστική ζωή (συνοχή και ομοιογένεια) της χώρας «απειλείται» από τους μετανάστες, δηλώνοντας ότι υποβαθμίζεται από ανθρώπους που έρχονται να ζήσουν στην Ελλάδα. Και σε αυτή την περίπτωση το ελληνικό ποσοστό ανασφάλειας είναι υψηλότερο (διπλάσιο) του μέσου ευρωπαϊκού, το οποίο περιορίζεται στο 21%. Οι πολίτες της Ελλάδας, σε αντίθεση με τους περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες, εκτιμούν σε ποσοστό 53,5% ότι η άφιξη μεταναστών στη χώρα την κάνει χειρότερο μέρος για να ζει κανείς.

Στο σημείο όμως αυτό, θα πρέπει να πούμε ότι η αντιμεταναστευτική ρητορική που χρησιμοποιούν πολιτικά κόμματα για να αλιεύσουν ψηφοφόρους, συμβάλλει σε αυτή την διαμόρφωση της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα όταν το μεταναστευτικό παρουσιάζεται ως «απειλή» για την εθνική ασφάλεια της Χώρας, ξεχνώντας βασικά τα αίτια που την προκαλούν.  Εάν η κοινωνία τροφοδοτείται και βομβαρδίζεται συνεχώς με τέτοια μηνύματα, αυτή την αντίδραση θα έχει. Η μετανάστευση είναι φαινόμενο και όχι πρόβλημα, υπάρχουν αίτια που την προκαλούν, όπως πόλεμοι, φτώχια, αυταρχικά καθεστώτα, κλιματική αλλαγή, παραβίαση βασικών δικαιωμάτων και ελευθερίας κλπ.

Είναι σημαντικό ωστόσο, το να αναγνωριστεί πως η μετανάστευση είναι φαινόμενο που δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ και πως αυτό που μεταβάλλεται, είναι η έντασή του και τα αίτιά του. Έχοντας αυτό ως γνώμονα είναι πιο εύκολο να συγκροτηθεί από την εκάστοτε κυβέρνηση ένα σύστημα που θα προβλέπει και θα διαχειρίζεται εύρυθμα την μεταναστευτική κατάσταση, και θα είναι πιο αποδεχτό από την κοινωνία, προβάλλοντας ταυτόχρονα και τα θετικά στοιχεία που απορρέουν από αυτή.

Συμφωνείτε ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστών και η προσφυγική κρίση της Ουκρανίας επιβάλλουν την επανεξέταση της Ευρωπαϊκής Μεταναστευτικής Πολιτικής, όπως επισημαίνεται σε επικαιροποιημένο άρθρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ);

Η ΕΕ δεν έχει σαφή Μεταναστευτική Στρατηγική και Πολιτική, απλά αντιμετωπίζει το οποιοδήποτε θέμα που αναφύεται και μάλιστα το αντιμετωπίζει κάτω από πίεση. Άλλωστε η λήψη οποιασδήποτε απόφασης, στο πλαίσιο της ΕΕ, είναι μια πολύπλοκη και χρονοβόρος διαδικασία, ένα από τα πολύ σοβαρά μειονεκτήματά της.

Η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να προσεγγιστεί μόνο ως ένα ενιαίο και συμπαγές σύνολο πρωτοβουλιών, δράσεων και πολιτικών. Σίγουρα μία ολιστική ματιά είναι απαραίτητη και χρήσιμη, όμως σε ό,τι αφορά την καθημερινή και συστηματική της διαχείρισή από τους πολιτικούς θεσμούς, κρίνεται αποδοτικός ο διαχωρισμός τριών επιπέδων: της εθνικής, της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μεταναστευτικής πολιτικής.

Ιδιαίτερα και με δεδομένο ότι μεταναστευτική πίεση, υφίσταται στη χώρα μας εδώ και 40 χρόνια, και έχει εφαρμοστεί/υλοποιηθεί ακόμη και η πιο σκληρή πολιτική, όπως αυτή της μακροχρόνιας κράτησης, με τη λογική «όσο χειρότερα για τους μετανάστες, τόσο το καλύτερο», δεν απέτρεψε τις μεταναστευτικές ροές. Η φοβία της Ευρώπης για καταμερισμό βαρών και ενιαία πολιτική ασύλου, δεν ανέκοψε τις ροές, έτσι θα πρέπει να υπάρξει μια διαφορετική προσέγγιση, καθόσον η Χώρα μας είναι στο «μάτι του κυκλώνα», όπως:

  • Θα πρέπει να ασκηθεί πίεση για ένα νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου που θα κατοχυρώνει την δίκαιη κατανομή φιλοξενίας σε υποχρεωτική και όχι σε εθελοντική βάση και θα εξασφαλίζει έναν ισχυρό μηχανισμό μετεγκατάστασης
  • Αναβαθμίσει τις διμερείς σχέσεις με χώρες καταγωγής μεταναστών, με σκοπό, τόσο την αποδοχή επιστροφών, όσο και την επιτάχυνση των διαδικασιών
  • Μεγαλύτερα κίνητρα για εθελούσιες επιστροφές, με χρηματοδότηση της ΕΕ
  • Πολιτικές ένταξης, για αποφυγή ριζοσπαστικοποίησης
  • Άσκηση πίεσης στην ΕΕ για συνομολόγηση Συμφωνιών Επανεισδοχής με χώρες καταγωγής και οικονομική υποστήριξη σε αυτές, και
  • Αποτελεσματικό Ευρωπαϊκό μηχανισμό επιστροφών.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η διαχείριση του μεταναστευτικού στο εσωτερικό της χώρας είναι εθνικό θέμα και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, δεν θα πρέπει να αποτελεί πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, οι δε εξελίξεις στο μεταναστευτικό είναι απρόβλεπτες και ραγδαίες, αυτό που απαιτείται είναι μία πιο ολοκληρωμένη, ολιστική προσέγγιση, με ρεαλισμό και συνεργασίες, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και διεθνές επίπεδο, με σεβασμό στις διεθνείς συμβάσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Λαμβάνοντας υπ’όψιν τις εκ νέου τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, όπως και την κλιμάκωση των προσπαθειών για εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού, είναι πιθανό το ξέσπασμα μιας νέας ελληνοτουρκικής κρίσης;

Ας δούμε λίγο ποια είναι τα δεδομένα που έχουμε για την Τουρκία:

  • Εκλογική περίοδος, όπου καταγράφεται πτώση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος
  • Τεράστια αύξηση του πληθωρισμού, οικονομικά προβλήματα πολιτών
  • Φιλοξενία 4,5 εκ προσφύγων, 500.000 περίπου Αφγανών και 2 εκατ. περίπου μεταναστών.

Από μόνα τους αυτά τα δεδομένα, ωθούν την τουρκική πλευρά να έχει μια επιθετική στάση και ρητορική απέναντι στη χώρα μας, για δικό της εσωτερικό πολιτικό όφελος. Όμως θα πρέπει τις οποιεσδήποτε απειλές, να τις λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, να τις αναλύουμε, σχεδιάζοντας παράλληλα την αμυντική μας στάση. Θέλει πολύ μεγάλη προσοχή στις απαντητικές κινήσεις της χώρας μας, ώστε να είναι ξεκάθαρο, ότι η οποιαδήποτε κρίση προέρχεται από την δική τους πλευρά, και όχι από την δική μας.

Όσο θα περνάει ο καιρός και θα πλησιάζει η εκλογική ώρα, τόσο θα μεταλλάσσεται προς το χειρότερο η στάση της Τουρκίας, οπότε δεν θα πρέπει, εκτιμώ, να αποκλείεται τίποτα, εικάζω όμως ότι θα είναι υβριδικού επιπέδου και όχι πολεμικού.

Στα μέσα Αυγούστου συμπληρώθηκε ένας χρόνος αφότου οι Ταλιμπάν ανακατέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν. Ενδέχεται να συμβάλει αυτό στην πυροδότηση της εδώ και χρόνια ύπαρξης υποψιών για ενδεχόμενες διασυνδέσεις των Ταλιμπάν με τζιχαντιστές και στην Ελλάδα;

Είναι σαφές ότι τζιχαντιστές, και ισλαμιστές σε ολόκληρη την υφήλιο αποτιμούν την επιτυχία των Ταλιμπάν ως ενθάρρυνση. Βέβαια, άγνωστο παραμένει ακόμα ποια επιρροή θα έχει στη δράση τους η ανατροπή στην Καμπούλ. Υπάρχουν περιοχές, όπου οι τζιχαντιστές είναι ιδιαίτερα ισχυροί, όπως για παράδειγμα το ίδιο το Αφγανιστάν. Τα τελευταία χρόνια είδαμε να δημιουργείται εκεί ένα ισχυρό παράρτημα του Ισλαμικού Κράτους. Θα πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν ότι το επόμενο διάστημα θα ενισχυθούν όχι μόνο το Ισλαμικό Κράτος, αλλά και η Αλ Κάιντα, καθώς και άλλες μικρότερες ομάδες στο Αφγανιστάν και το γειτονικό Πακιστάν.

Όλες αυτές οι ομάδες τρομοκρατικών και εξτρεμιστικών δυνάμεων είναι τις περισσότερες φορές αντίπαλες μεταξύ τους και έχουν συγκρουστεί στρατιωτικά πολλές φορές στο παρελθόν.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι στο διεθνές τζιχάντ υπάρχουν δύο στρατόπεδα. Από τη μια πλευρά υπάρχει το Ισλαμικό Κράτος με παρουσία σε Αφγανιστάν, Καύκασο, Αφρική και Υεμένη. Το Ισλαμικό Κράτος είναι αντίπαλος της Αλ Κάιντα, αλλά και των Ταλιμπάν. Το ότι δημιουργήθηκε ξανά Ισλαμικό Εμιράτο στο Αφγανιστάν, όπως την περίοδο 1996-2001, δεν συνεπάγεται ενδυνάμωση και του Ισλαμικού Κράτους. Μην ξεχνάμε ότι οι Ταλιμπάν πολέμησαν το Ισλαμικό Κράτος στο Αφγανιστάν τα τελευταία χρόνια.

Αυτό που θα πρέπει να μας ανησυχεί, είναι να μην γίνει ξανά το Αφγανιστάν, κρησφύγετο και εφαλτήριο τρομοκρατικών οργανώσεων, και εδώ χρειάζεται η συμβολή της διεθνούς κοινότητας. Όσον αφορά την χώρα μας, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Υπηρεσίες Ασφαλείας της Ελληνικής Αστυνομίας κάνουν προσεγμένη δουλειά με διεθνή αναγνώριση, αλλά δεν φτάνει μόνον αυτό, θα πρέπει να βελτιωθούν τα προγράμματα ένταξης, ώστε να αποφευχθεί η ριζοσπαστικοποίηση μεταναστών. Αυτό εκτιμώ είναι ένα μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η Χώρα μας.

Ενόψει της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς πραγματοποιήθηκε σύσκεψη του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. με τους πρυτάνεις αναφορικά με τα σχέδια ασφαλείας των ΑΕΙ και αυτές τις ημέρες εκτυλίσσονται διαμαρτυρίες φοιτητών κατά της ύπαρξης της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Τελικά εισερχόμαστε όντως σε μια εποχή, όπου στην Ελλάδα του 2022 κρίνεται πλέον αναγκαία η θέσπισή της;

Καταρχήν δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός της αναγκαιότητας, ιδιαίτερα σε ορισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, για επαρκή και αποτελεσματική φύλαξη, ώστε ακαδημαϊκοί και φοιτητές να είναι και να νιώθουν απόλυτα ασφαλείς. Υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, με την εφαρμογή του οποίου η αστυνομία έχει την δυνατότητα να εισέλθει σε οποιοδήποτε ανοιχτό ή κλειστό χώρο, εφόσον διαπιστωθεί ότι διαπράττονται αξιόποινες πράξεις.

Η ίδρυση ειδικού σώματος για τα πανεπιστήμια, προκαλεί πλείστα όσα ερωτηματικά.  Ήδη οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών φορέων των αστυνομικών έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους και την δυσαρέσκειά τους για αυτό το θέμα. Εκτιμώ ότι είναι ευθύνη, δικαίωμα και υποχρέωση των πανεπιστημίων να προστατεύουν τη δημόσια περιουσία τους και είναι πάλι ευθύνη, δικαίωμα αλλά και υποχρέωση της πολιτείας να αναζητεί ευθύνες, όταν τα πανεπιστήμια δεν το κάνουν ή το κάνουν πλημμελώς.

Η ακαδημαϊκή κοινότητα θα μπορούσε να  εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με σενάρια αντιμετώπισης καταστάσεων κρίσης, λεπτομερή επιχειρησιακό σχεδιασμό και έτσι να φέρει τη λογοδοτούσα στον λαό πολιτεία προ των ευθυνών της. Τέλος, εκτιμώ ότι αυτό το μέτρο είναι αναποτελεσματικό και θα επιφέρει πολλά προβλήματα κατά την εφαρμογή του, συνεπώς θα ήταν προτιμότερο με μέριμνα του ίδιου του πανεπιστημιακού ιδρύματος να υπάρχει  έλεγχος της εισόδου (κάρτα, ταυτότητα κλπ.) και με συνεχή εποπτεία από υπαλλήλους των ΑΕΙ, να μειωθούν οι κίνδυνοι σε μεγάλο ποσοστό.

Η πρόληψη ανήκει στις πανεπιστημιακές Αρχές, οι οποίες οφείλουν να αναλαμβάνουν και τις ευθύνες τους, όπως ομοίως οφείλουν οι εισαγγελικές Αρχές και όταν συντρέχει λόγος και η αστυνομία. Η κάθε μία θεσμοθετημένη Αρχή οφείλει να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί. Εικόνες που είδαμε τελευταία, δηλαδή τα ΜΑΤ να φυλάνε/προστατεύουν τους ενστόλους της πανεπιστημιακής αστυνομίας, δεν τιμούν την πολιτεία.

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε δηλώσει ότι «πριν από 20 χρόνια λόγω διαφόρων περιστατικών στο Σώμα, οι αστυνομικοί ντρέπονταν να πουν τι δουλειά κάνουν». Κατά πόσο έχει αλλάξει αυτό σήμερα, συνυπολογίζοντας και τα φαινόμενα αστυνομικής βίας ανά τον κόσμο;

Ναι αυτό το είχα πει, γιατί τότε είχαν συλληφθεί δύο αστυνομικοί, επειδή έκλεβαν κασετόφωνα από σταθμευμένα αυτοκίνητα, όπως καταλαβαίνετε ήταν ένα ποινικό αδίκημα όπου είχε επηρεάσει αρνητικά την πλειονότητα των αστυνομικών.

Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ,  απαρτιζόμενο από σχεδόν 55.000 αστυνομικούς, στη συντριπτική του πλειοψηφία, σέβεται και τηρεί τους νόμους με σύνεση, προσοχή, νηφαλιότητα, ευγένεια και επαγγελματισμό. Ωστόσο,  έχουμε δει τελευταία ότι υπάρχουν κάποιοι αστυνομικοί που έχουν υπερβεί τον ρόλο τους, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη σχετική έκθεση του «Συνηγόρου του Πολίτη», σύμφωνα με την οποία καταγράφεται αύξηση των καταγγελιών κατά 75% τον τελευταίο χρόνο, σε κάθε είδους παραβάσεις αστυνομικών.

Και αυτό, κατά την δική μου άποψη, οφείλεται αρχικά στις εντολές που μεταβιβάζονται ιεραρχικά στους μάχιμους αστυνομικούς, στην ελλιπή εκπαίδευσή τους και ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις στις προβληματικές αντιλήψεις μιας μικρής μερίδας αστυνομικών που θεωρούν -αφού έχουν λυμένα τα χέρια τους- ότι έχουν την δυνατότητα να συμπεριφέρονται κατά το δοκούν, παραβιάζοντας τους όρους και τους κανόνες των καθηκόντων τους.

Είναι γνωστό ότι κάποιες από τις περιπτώσεις που ελέγχονται για παράβαση των όρων και των κανόνων των καθηκόντων τους δεν καταλήγουν σε εφαρμογή των προβλεπόμενων κυρώσεων και αυτό διότι υπάρχει η νοοτροπία και η αντίληψη της κακώς εννοούμενης «συναδελφικής αλληλεγγύης», με συνέπεια να μην καταμαρτυρούνται με αντικειμενικό και ορθό τρόπο τα πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου να μην υπάρχει εφαρμογή και επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται.

Και με δεδομένη την σχεδόν σίγουρη ατιμωρησία, αυτό να λειτουργεί ως ένα είδος βεβαιότητας για τον παραβατικό αστυνομικό, ότι και ο ίδιος δεν θα υποστεί τις συνέπειες. Αναφέρομαι σε μεμονωμένα περιστατικά, τα οποία με στεναχωρούν ιδιαιτέρως.

Τι θεωρείτε ότι λείπει από την εκπαίδευση των αστυνομικών, προκειμένου να ανταπεξέρχονται πληρέστερα στο ρόλο τους;

Η εκπαίδευση του αστυνομικού προσωπικού απασχολεί, τόσο το Σώμα, όσο και την κοινή γνώμη, συνήθως όμως μετά από κάποιο ατυχές γεγονός, όταν η συμπεριφορά ενός αστυνομικού γίνεται αυθαίρετη και καταχρηστική ή όταν ένας αστυνομικός τραυματίζεται σοβαρά την ώρα του καθήκοντος.

Από την στιγμή όμως που η κρίση περάσει, το ενδιαφέρον για την αστυνομική εκπαίδευση περιορίζεται αισθητά και μετά από λίγο τα πράγματα επανέρχονται στην αρχική τους κατάσταση, δηλαδή δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Τα προηγούμενα χρόνια έγιναν κάποιες οργανωμένες βελτιώσεις στην αστυνομική εκπαίδευση.

Σε κάθε περίπτωση, για να έχουμε μια αστυνομία αποτελεσματική με προσωπικό υψηλού επιπέδου, που να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις του ιδιαίτερα ρευστού περιβάλλοντος ασφάλειας της εποχής μας, μια αστυνομία με διεθνές κύρος και αναγνώριση που να συμμετέχει ενεργά σε δράσεις διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας, εκτιμώ ότι πρωτίστως θα πρέπει να εξεταστεί η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου και στοχευμένου προγράμματος συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης και διά βίου, το οποίο θα αναθεωρείται σε τακτική βάση με βάση τις αναδυόμενες ανάγκες και θα εξασφαλίζει, αφενός, τη διατήρηση και βελτίωση της σωματικής και επιχειρησιακής ικανότητας του αστυνομικού προσωπικού και, αφετέρου, τη συνεχή ενημέρωση, επανακατάρτιση και προσαρμογή του έμψυχου δυναμικού του Σώματος στις νέες απαιτήσεις.

Παράλληλα, χρειάζεται να ενισχυθούν οι συνεργασίες με αστυνομικές ακαδημίες του εξωτερικού. Μια άλλη σκέψη είναι η διαχρονική και συνεχής εκπαίδευση στο αστυνομικό προσωπικό όταν αλλάζει γνωστικό αντικείμενο, δηλαδή Υπηρεσία π.χ. από το τμήμα τάξης στην Ασφάλεια ή στην Τροχαία, θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει επαρκής χρόνος σε ανάλογα σχολεία, ώστε να γίνεται σεμιναριακή εκπαίδευση του αντικειμένου με το οποίο θα ασχοληθεί ο αστυνομικός, σε συνδυασμό με τις ετήσιες μεταθέσεις.

Αυτές είναι μερικές μόνο από τις προτάσεις που θα μπορούσαν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από τους αρμόδιους που ασχολούνται με την αστυνομική εκπαίδευση. Η υψηλού επιπέδου εκπαίδευση μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην ενίσχυση του επαγγελματισμού του αστυνομικού προσωπικού, τόσο στο επίπεδο της επιχειρησιακής λειτουργίας και αποτελεσματικότητας, όσο και στο επίπεδο του σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών, με άμεση συνέπεια την βελτίωση της δημόσιας εικόνας της αστυνομίας και, τελικά, την βελτίωση των σχέσεων αστυνομίας-κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά όμως και για να υπάρξει η ανάλογη αναβάθμιση στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των αστυνομικών θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική προσέγγιση στο θέμα, καθόσον η εκπαίδευση δεν είναι το μοναδικό θέμα για την απόδοση των αστυνομικών, θα πρέπει να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας, τα τεχνικά μέσα, να αξιολογηθεί το ανθρώπινο δυναμικό και να θωρακιστεί θεσμικά το Σώμα, από ένα δίκαιο σύστημα αξιολόγησης, κρίσεων και προαγωγών.

Με τα 37 χρόνια της θητείας σας αλλά και ως η πρώτη γυναίκα Αντιστράτηγος της ΕΛ.ΑΣ. ποιες ήταν για εσάς οι σημαντικότερες στιγμές για τις οποίες είστε υπερήφανη και ποιες εκείνες που θα προτιμούσατε να είχατε χειριστεί διαφορετικά;

Οι σημαντικότερες στιγμές στην επαγγελματική μου καριέρα, οι οποίες συνέβαλαν και στην βαθμολογική μου εξέλιξη, ήταν οι συμμετοχές μου σε τρείς ελληνικές Προεδρίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1994, 2003 και 2014), έχοντας την ευθύνη της διοργάνωσης, αλλά και ως Πρόεδρος σε υψηλού επιπέδου Ομάδων Εργασίας του Συμβουλίου και βέβαια η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης το 2015.  Στα 37 σχεδόν χρόνια που υπηρέτησα στην Ελληνική Αστυνομία, σίγουρα υπάρχουν και περιπτώσεις που θα μπορούσα ενδεχομένως να τις είχα χειριστεί διαφορετικά, δεν θυμάμαι κάποια τόσο σημαντική.

Γενικά μιλώντας, στη ζωή μας κάνουμε λάθη όπου και από αυτά μαθαίνουμε και γινόμαστε καλύτεροι. Η εμπειρία και η γνώση έρχονται με τα χρόνια σε συνάρτηση με τους ανθρώπους που συναντάμε και τις υποθέσεις που χειριζόμαστε. Ξεκίνησα από αστυφύλακας και έφτασα στον βαθμό του Αντιστρατήγου, έμαθα από τους μεγαλύτερους από μένα, και κινήθηκα με σεβασμό, τόσο προς τους ανωτέρους μου, όσο όμως και προς τους πιο χαμηλόβαθμους από μένα. Πορεύθηκα έχοντας ως ιερές τις λέξεις «άνθρωπος» και «συνάδελφος», «εντιμότητα» και «αξιοπρέπεια».

Με την έξαρση των περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο, πώς βιώσατε εσείς το ότι ήσασταν μια γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο; Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;

Εκτιμώ ότι σε όλους τους χώρους, μπορούν να συμβούν τέτοιου είδους περιστατικά. Δυστυχώς πιστεύω ότι υπάρχουν παντού αρρωστημένα μυαλά, που χρησιμοποιούν την θέση τους και την «εξουσία» που απορρέει από τον βαθμό τους και παρενοχλούν γυναίκες. Ίσως ήμουν από τις «τυχερές» που δεν βίωσα τέτοιες καταστάσεις. Το υγιές οικογενειακό περιβάλλον και η παιδεία, συμβάλλει στις υγιείς συμπεριφορές. Θέλει πολλή δουλειά για να πετύχουμε ως κοινωνία την μείωση των ποσοστών των περιστατικών αυτών.

Τι είναι αυτό, που χωρίς δεύτερη σκέψη θα λέγατε ότι θυσιάσατε, για να φτάσετε ιεραρχικά σε τόσο υψηλά αξιώματα;

Οικογενειακές και προσωπικές στιγμές, γενικά ανθρώπινες στιγμές, μια που δεν μπορούσα να προγραμματίσω τίποτε στη ζωή μου.

Πού διοχετεύετε τη δράση και το δυναμισμό σας αφότου αποστρατευτήκατε; Νοσταλγείτε τα χρόνια της ενεργούς δράσης;

Το κεφάλαιο «αστυνομία» έκλεισε για μένα στις 19 Ιουλίου 2019, μια ημερομηνία ορόσημο, γιατί αποστρατεύτηκα ευτυχής, αρτιμελής και σε μια παραγωγική ηλικία,  αυτή των 54 ετών. Αποχώρησα με μια αίσθηση πληρότητας, και ακόμη και σήμερα, που έχουν περάσει τρία χρόνια, νιώθω την εκτίμηση και την αγάπη των συναδέλφων μου. Η αστυνομία για μένα είναι η δεύτερή μου οικογένεια.

Αφότου λοιπόν αποστρατεύτηκα, αποφάσισα να έχω δραστηριότητες που με καλύπτουν και με γεμίζουν. Επένδυσα στην εκπαίδευση, στα τρία χρόνια αυτά, ολοκλήρωσα σπουδές σε δύο μεταπτυχιακά, ήθελα την εμπειρία και την γνώση που μου πρόσφερε η αστυνομία να την συμπληρώσω με την ακαδημαϊκή οπτική.

Το πρώτο μεταπτυχιακό αφορούσε στις «Προσφυγικές/Μεταναστευτικές ροές και ΜΜΕ» και ήταν στην αγγλική γλώσσα και το δεύτερο στη «Διεθνή/Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση και Πολιτική» του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) . Ταυτόχρονα συμμετέχω με διάφορες εισηγήσεις, σε μεταπτυχιακά προγράμματα Πανεπιστημίων στο εσωτερικό και εξωτερικό και σε προγράμματα της ΕΕ.


*Πηγή φωτογραφιών: Προσωπικό αρχείο Ζαχαρούλας Τσιριγώτη

Βίκυ Καλοφωτιά

Βίκυ Καλοφωτιά

Η Βίκυ Καλοφωτιά είναι δημοσιογράφος και απόφοιτη του Προγράμματος Σπουδών Δημοσιογραφίας της Γερμανικής Ακαδημίας Δημοσιογραφίας (Deutsche Journalisten Akademie, DJA) αναγνωρισμένη από την Κρατική Υπηρεσία Εξ’αποστάσεως Εκπαίδευσης (Zentralstelle für Fernunterricht, ZFU). Περισσότερα...